Οι τράπεζες διασώθηκαν. Πότε θα διασώσουν την ελληνική οικονομία;
Υπάρχουν θεσμοί που είναι τόσο σημαντικοί για τη λειτουργία μιας χώρας, ώστε η κατάρρευσή τους δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα των μετόχων τους αλλά ζήτημα εθνικού συμφέροντος. Οι τράπεζες ανήκουν αναμφίβολα σε αυτή την κατηγορία. Χωρίς αυτές δεν μπορούν να λειτουργήσουν οι πληρωμές, δεν μπορούν να κινηθούν οι επιχειρήσεις, δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις και δεν μπορεί να κυκλοφορήσει το κεφάλαιο που είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη. Γι' αυτό και όταν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρέθηκε στα πρόθυρα της κατάρρευσης, το κράτος και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί παρενέβησαν αποφασιστικά. Η επιλογή εκείνη μπορεί να συζητηθεί πολιτικά, δύσκολα όμως μπορεί να αμφισβητηθεί οικονομικά. Η χρεοκοπία των τραπεζών θα οδηγούσε σχεδόν με βεβαιότητα σε γενικευμένη κατάρρευση της οικονομίας.
Εκείνο που μπορεί και πρέπει να συζητηθεί δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά είναι κάτι διαφορετικό. Αν η κοινωνία ανέλαβε το κόστος για να σωθεί το τραπεζικό σύστημα, ποια ήταν η ανταπόδοση προς την κοινωνία όταν οι τράπεζες επέστρεψαν στην κερδοφορία; Το ερώτημα αυτό δεν είναι ούτε λαϊκιστικό ούτε αντικαπιταλιστικό. Είναι ένα θεμελιώδες ερώτημα οικονομικής πολιτικής, γιατί αφορά τον λόγο ύπαρξης του τραπεζικού συστήματος σε μια σύγχρονη οικονομία.
Το 2008, πριν ακόμη η ελληνική κρίση χρέους εκδηλωθεί σε όλη της την ένταση, η κυβέρνηση προχώρησε σε πρόγραμμα στήριξης των τραπεζών ύψους 28 δισεκατομμυρίων ευρώ. Δεν επρόκειτο αποκλειστικά για ανακεφαλαιοποίηση, αλλά για συνδυασμό κρατικών εγγυήσεων, παροχής ρευστότητας και δυνατότητας κεφαλαιακής ενίσχυσης μέσω προνομιούχων μετοχών. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν οι διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, μετά το PSI, τα stress tests και την κρίση του 2015. Αν προστεθούν όλες οι μορφές δημόσιας στήριξης που παρείχε το κράτος και οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί, το συνολικό μέγεθος της παρέμβασης ανέρχεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά την ακαθάριστη κρατική στήριξη προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα την περίοδο 2008-2018 σε περίπου 57 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η καθαρή δημοσιονομική επιβάρυνση παραμένει εξαιρετικά υψηλή ακόμη και μετά τις ανακτήσεις μέρους των κεφαλαίων.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι αν κάθε ευρώ αυτής της στήριξης ήταν άμεση χρηματοδότηση, κρατική εγγύηση ή συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο. Για τον Έλληνα πολίτη η ουσία είναι μία: όταν οι τράπεζες κινδύνευσαν, η πολιτεία δεν επέτρεψε να αφεθούν στις δυνάμεις της αγοράς. Κρίθηκαν «πολύ μεγάλες για να αφεθούν να καταρρεύσουν», επειδή η ζημιά θα ήταν ανυπολόγιστη για ολόκληρη την οικονομία.
Ακριβώς γι' αυτό δημιουργήθηκε ένα άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο. Οι πολίτες αποδέχθηκαν ότι θα αναλάβουν το κόστος της διάσωσης, με την προσδοκία ότι, όταν το τραπεζικό σύστημα θα σταθεροποιηθεί, θα επιστρέψει στον βασικό του ρόλο: να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη. Δεν περίμενε κανείς από τις τράπεζες να μοιράσουν χρήματα ούτε να χορηγούν δάνεια χωρίς αξιολόγηση κινδύνου. Περίμενε όμως να λειτουργήσουν ως μοχλός ανάκαμψης της πραγματικής οικονομίας και όχι ως οργανισμοί που αντιμετωπίζουν σχεδόν κάθε μικρομεσαία επιχείρηση ως πιθανό μελλοντικό «κόκκινο δάνειο».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται, κατά την άποψή μου, η μεγαλύτερη αποτυχία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Δεν είναι ότι διασώθηκε. Η διάσωση ήταν αναγκαία. Η αποτυχία είναι ότι μετά τη διάσωση μετατοπίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στη διαχείριση κινδύνου και στην αποκατάσταση των ισολογισμών του, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τον αναπτυξιακό του ρόλο.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο παράδοξη αν αναλογιστεί κανείς ποιος παράγει πραγματικά τον πλούτο σε μια οικονομία. Συχνά ακούμε ότι οι τράπεζες «κινούν την αγορά». Στην πραγματικότητα, όμως, οι τράπεζες δεν παράγουν πλούτο. Πλούτο παράγουν οι επιχειρήσεις που επενδύουν, οι εργαζόμενοι που δημιουργούν αξία, οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν επιχειρηματικό κίνδυνο, οι βιομηχανίες που εξάγουν, οι επαγγελματίες που καινοτομούν. Οι τράπεζες διαχειρίζονται το κεφάλαιο που παράγεται από αυτή τη δραστηριότητα και έχουν την ευθύνη να το κατευθύνουν εκεί όπου μπορεί να δημιουργηθεί ακόμη περισσότερος πλούτος. Όταν αυτός ο μηχανισμός δυσλειτουργεί, δεν ζημιώνεται μόνο ο επιχειρηματίας που απορρίπτεται για ένα δάνειο. Ζημιώνεται ολόκληρη η οικονομία, γιατί χάνονται επενδύσεις που δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ, θέσεις εργασίας που δεν θα δημιουργηθούν και φορολογικά έσοδα που δεν θα εισπραχθούν.
Η Ελλάδα είναι μια οικονομία που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Περισσότερο από το 99% των επιχειρήσεων ανήκουν σε αυτή την κατηγορία και απασχολούν το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Κι όμως, ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των επιχειρήσεων εξακολουθεί να βρίσκεται ουσιαστικά εκτός τραπεζικής χρηματοδότησης. Σε πολλές περιπτώσεις ο λόγος δεν είναι ότι δεν είναι βιώσιμες σήμερα, αλλά ότι κάποια στιγμή στο παρελθόν βρέθηκαν αντιμέτωπες με την πιο βαθιά οικονομική κρίση που γνώρισε ποτέ η χώρα σε καιρό ειρήνης. Επιχειρήσεις που επέζησαν, ρύθμισαν τις υποχρεώσεις τους, επανήλθαν στην κερδοφορία και συνεχίζουν να πληρώνουν κανονικά φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, εξακολουθούν να κουβαλούν ένα «στίγμα» που λειτουργεί αποτρεπτικά στην πρόσβασή τους σε νέο δανεισμό.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα μοιάζει να έχει οικοδομήσει ένα τραπεζικό σύστημα το οποίο συγχωρεί δυσκολότερα από την ίδια την αγορά. Κι αυτό δεν είναι μόνο άδικο· είναι βαθιά αντιπαραγωγικό. Οι οικονομίες αναπτύσσονται επειδή επιτρέπουν τις δεύτερες ευκαιρίες, όχι επειδή εγκλωβίζουν ανθρώπους και επιχειρήσεις στα λάθη ή, ακόμη χειρότερα, στις ατυχίες του παρελθόντος.
Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι οι ίδιες οι τράπεζες αποτελούν ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του γιατί οι δεύτερες ευκαιρίες είναι απαραίτητες για την οικονομία. Αν εφαρμοζόταν απέναντί τους η ίδια αυστηρότητα που εφαρμόζουν σήμερα απέναντι σε χιλιάδες επιχειρήσεις, πιθανότατα καμία από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες δεν θα υπήρχε στη σημερινή της μορφή. Η κοινωνία, μέσω του κράτους και των ευρωπαϊκών μηχανισμών, αποφάσισε ότι η διάσωσή τους ήταν αναγκαία επειδή η αποτυχία τους θα προκαλούσε ανυπολόγιστη ζημιά στην οικονομία. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί διασώθηκαν. Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια λογική της δεύτερης ευκαιρίας δεν εφαρμόζεται σήμερα απέναντι σε επιχειρήσεις που έχουν αποδείξει στην πράξη ότι μπορούν να είναι βιώσιμες.
Η τραπεζική απάντηση είναι γνωστή. Οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι λειτουργούν σε ένα αυστηρό εποπτικό περιβάλλον, ότι δεσμεύονται από τους κανόνες της Βασιλείας, τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και την ανάγκη να προστατεύσουν τις καταθέσεις των πελατών τους. Όλα αυτά είναι απολύτως σωστά. Καμία σοβαρή οικονομία δεν χρειάζεται τράπεζες που χορηγούν δάνεια χωρίς αξιολόγηση ή επαναλαμβάνουν τα λάθη που οδήγησαν στην κρίση. Όμως ανάμεσα στην ανεύθυνη χορήγηση πιστώσεων και στη σχεδόν φοβική αποφυγή του επιχειρηματικού κινδύνου υπάρχει μια τεράστια περιοχή ισορροπίας, την οποία το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δείχνει να έχει εγκαταλείψει.
Η εξέλιξη των τελευταίων ετών ενισχύει αυτή την αίσθηση. Οι ισολογισμοί των τραπεζών έχουν εξυγιανθεί, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν περιοριστεί σε μονοψήφια ποσοστά, η κεφαλαιακή τους επάρκεια έχει βελτιωθεί σημαντικά και η άνοδος των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εκτόξευσε τα καθαρά έσοδα από τόκους. Τα κέρδη των τεσσάρων συστημικών τραπεζών ανήλθαν σε περίπου 4,7 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, επίπεδο που πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζε αδιανόητο. Η επιστροφή στην κερδοφορία δεν είναι από μόνη της πρόβλημα· αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεση για ένα υγιές τραπεζικό σύστημα. Το πρόβλημα γεννιέται όταν η εντυπωσιακή αυτή κερδοφορία δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, ιδιαίτερα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής παραγωγής.
Την ίδια στιγμή, η καθημερινή εμπειρία του πολίτη με το τραπεζικό σύστημα ενισχύει ακόμη περισσότερο το αίσθημα δυσαρέσκειας. Τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες μείωσαν δραστικά το δίκτυο καταστημάτων τους, περιόρισαν το προσωπικό τους και μετέφεραν σχεδόν το σύνολο των συναλλαγών στις ψηφιακές υπηρεσίες. Πρόκειται για μια απολύτως λογική εξέλιξη από επιχειρηματική άποψη, καθώς η τεχνολογία μειώνει σημαντικά το λειτουργικό κόστος. Παρ' όλα αυτά, ο πελάτης δεν είδε το όφελος να μεταφέρεται σε αυτόν. Αντίθετα, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα πλέγμα προμηθειών και χρεώσεων για υπηρεσίες που σε πολλές περιπτώσεις εκτελούνται πλέον αυτόματα, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
Χρεώσεις για μεταφορές χρημάτων, για πληρωμές λογαριασμών, για έκδοση ή επανέκδοση καρτών, για κινήσεις που απαιτούν ελάχιστο ή μηδενικό λειτουργικό κόστος, αλλά και προμήθειες που για χρόνια επιβάλλονταν ακόμη και σε βασικές συναλλαγές, δημιούργησαν την εικόνα ενός τραπεζικού συστήματος που αναζητά διαρκώς νέες πηγές εσόδων από τον ίδιο του τον πελάτη. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η κυβέρνηση αναγκάστηκε να παρέμβει νομοθετικά περιορίζοντας ή καταργώντας ορισμένες βασικές τραπεζικές προμήθειες, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι το πρόβλημα είχε λάβει διαστάσεις που δεν μπορούσαν πλέον να αγνοηθούν.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό. Η εμπιστοσύνη αποτελεί το σημαντικότερο κεφάλαιο κάθε τραπεζικού συστήματος. Οι πολίτες καταθέτουν τα χρήματά τους επειδή εμπιστεύονται ότι οι τράπεζες θα τα διαχειριστούν υπεύθυνα. Το κράτος τις προστατεύει επειδή γνωρίζει ότι η κατάρρευσή τους θα συμπαρασύρει ολόκληρη την οικονομία. Η κοινωνία αποδέχθηκε να χρηματοδοτήσει τη διάσωσή τους επειδή πίστεψε ότι αυτό εξυπηρετούσε το συλλογικό συμφέρον. Όταν όμως η ίδια κοινωνία βλέπει ότι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση γίνεται ολοένα δυσκολότερη, ότι οι τραπεζικές χρεώσεις αυξάνονται, ότι οι διοικήσεις επιβραβεύονται με υψηλές μεταβλητές αποδοχές και ότι τα κέρδη κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, είναι απολύτως φυσικό να αναρωτιέται αν η ισορροπία ανάμεσα στην ιδιωτική κερδοφορία και στη δημόσια αποστολή των τραπεζών έχει διαταραχθεί.
Η μεγαλύτερη ζημιά, όμως, δεν αποτυπώνεται στους τραπεζικούς ισολογισμούς ούτε στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Αποτυπώνεται στο κόστος ευκαιρίας της ελληνικής οικονομίας. Κάθε βιώσιμη επιχείρηση που δεν χρηματοδοτείται σημαίνει ένα εργοστάσιο που δεν επεκτάθηκε, μια μονάδα παραγωγής που δεν εκσυγχρονίστηκε, μια εξαγωγική προσπάθεια που δεν πραγματοποιήθηκε, μια καινοτόμος ιδέα που έμεινε στο συρτάρι και δεκάδες ή εκατοντάδες θέσεις εργασίας που δεν δημιουργήθηκαν ποτέ. Αυτές οι απώλειες δεν καταγράφονται σε κανέναν ισολογισμό, αλλά είναι πραγματικές και συσσωρεύονται χρόνο με τον χρόνο, στερώντας από τη χώρα αναπτυξιακή δυναμική την οποία δύσκολα μπορεί να αναπληρώσει με επιδοτήσεις ή ευρωπαϊκά προγράμματα.
Αξίζει να αναρωτηθούμε πόσες από τις μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις που σήμερα θεωρούνται ιστορίες επιτυχίας θα είχαν καταφέρει να αναπτυχθούν αν κατά τα πρώτα τους βήματα αξιολογούνταν με τα σημερινά τραπεζικά κριτήρια. Πόσες θα είχαν λάβει το πρώτο τους επενδυτικό δάνειο; Πόσες θα είχαν εξασφαλίσει κεφάλαιο κίνησης; Πόσες θα είχαν επιβιώσει από τα πρώτα δύσκολα χρόνια της λειτουργίας τους; Η επιχειρηματική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα εταιρειών που γνώρισαν προσωρινές αποτυχίες πριν εξελιχθούν σε πρωταγωνιστές της αγοράς. Αν η μοναδική αποδεκτή επιχειρηματική διαδρομή είναι εκείνη που δεν περιλαμβάνει ποτέ λάθη, καθυστερήσεις ή αναποδιές, τότε στην πραγματικότητα αποκλείουμε την ίδια την επιχειρηματικότητα.
Δεν υποστηρίζω ότι οι τράπεζες πρέπει να μετατραπούν σε φιλανθρωπικά ιδρύματα ούτε ότι οφείλουν να χορηγούν δάνεια σε κάθε ενδιαφερόμενο. Υποστηρίζω όμως ότι οφείλουν να αξιολογούν τις επιχειρήσεις κυρίως με βάση τη σημερινή τους βιωσιμότητα και τις προοπτικές τους και όχι να εγκλωβίζονται σε μια στατική ανάγνωση του παρελθόντος. Οφείλουν να αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα πέρασε μια δεκαετία πρωτοφανούς οικονομικής καταστροφής και ότι η πιστοληπτική εικόνα χιλιάδων επιχειρήσεων επηρεάστηκε από συνθήκες που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις δικές τους επιλογές.
Η χώρα χρειάζεται σήμερα ένα τραπεζικό σύστημα που θα είναι ταυτόχρονα ασφαλές και αναπτυξιακό. Ένα σύστημα που θα προστατεύει τις καταθέσεις, αλλά θα αναλαμβάνει και τον εύλογο επιχειρηματικό κίνδυνο που αποτελεί προϋπόθεση κάθε οικονομικής προόδου. Ένα σύστημα που θα αντιλαμβάνεται ότι η μεγαλύτερη εγγύηση για τη δική του μακροχρόνια κερδοφορία δεν είναι οι προμήθειες ούτε η διατήρηση υπερσυντηρητικών πιστοδοτικών κριτηρίων, αλλά η δημιουργία περισσότερων υγιών επιχειρήσεων, περισσότερων θέσεων εργασίας και περισσότερου παραγόμενου πλούτου.
Οι τράπεζες διασώθηκαν επειδή ήταν απαραίτητες για την επιβίωση της ελληνικής οικονομίας. Σήμερα, όμως, η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από τράπεζες που θα αποδείξουν έμπρακτα ότι είναι απαραίτητες και για την ανάπτυξή της. Αυτή είναι η πραγματική δοκιμασία του τραπεζικού συστήματος και, μέχρι στιγμής, είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι την έχει περάσει με επιτυχία.
Κωνσταντίνος Μπιθυμήτρης