Οι εκλογές του θυμού

Οι εκλογές του θυμού

Η Ελλάδα μοιάζει να επιστρέφει σε μια πολιτική συνθήκη που θυμίζει έντονα τις πιο φορτισμένες περιόδους της μεταπολίτευσης. Η ανακοίνωση νέου πολιτικού φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα, σε συνδυασμό με την είσοδο στην πολιτική της Μαρίας Καρυστιανού, ήρθε να αναδιατάξει ένα ήδη εύθραυστο πολιτικό σκηνικό, μέσα σε μια κοινωνία βαθιά κουρασμένη, θυμωμένη και διχασμένη.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια εικόνα που μέχρι πριν από λίγους μήνες θα φάνταζε σαν ανέκδοτο. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη δύναμη με 27,5%, όμως ακολουθεί πλέον ο νέος πολιτικός σχηματισμός του Τσίπρα με 14,1%, ενώ η Καρυστιανού εμφανίζεται στο 11,4%, αφήνοντας το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής στην τέταρτη θέση με μονοψήφιο ποσοστό 8,6%.

Πίσω από τους αριθμούς, όμως, κρύβεται κάτι βαθύτερο. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δείχνει να έχει χάσει την εμπιστοσύνη του όχι μόνο προς την κυβέρνηση, αλλά συνολικά προς το πολιτικό σύστημα. Η αίσθηση διαπλοκής, τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα, οι καταγγελίες για παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, οι υποκλοπές, η αίσθηση ατιμωρησίας, οι απευθείας αναθέσεις δισεκατομμυρίων και μια καθημερινότητα που γίνεται ολοένα πιο δύσκολη οικονομικά, έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοινωνικό υπόστρωμα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πολίτες δεν φαίνεται να αναζητούν απαραίτητα ένα πλήρες κυβερνητικό πρόγραμμα ή μια τεκμηριωμένη πολιτική πρόταση. Αναζητούν κυρίως έναν τρόπο να εκφράσουν την οργή τους. Και όταν η ψήφος γίνεται κυρίως πράξη αγανάκτησης, τότε συχνά μετατρέπεται σε ψήφο τιμωρίας.

Η ιστορία έχει δείξει ότι σε τέτοιες περιόδους, οι κοινωνίες στρέφονται είτε σε πρόσωπα του παρελθόντος που υπόσχονται επιστροφή σε μια διαφορετική πολιτική πραγματικότητα, είτε σε νέα πρόσωπα που λειτουργούν περισσότερο συμβολικά παρά προγραμματικά. Η περίπτωση της Καρυστιανού είναι χαρακτηριστική. Χωρίς σαφές πολιτικό στίγμα ή ολοκληρωμένο πρόγραμμα, φαίνεται να αγγίζει ένα κομμάτι της κοινωνίας σε συναισθηματικό επίπεδο. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά για την ψυχολογία της εποχής. Αντίστοιχα η περίπτωση Τσίπρα, δείχνει πως η αγανάκτηση του παρόντος μπορεί να αντιστρέψει την απογοήτευση και την απόρριψη του 2023, δίνοντας στον τέως πρωθυπουργό μια δεύτερη ευκαιρία.

Την ίδια στιγμή, η κυβερνητική πλευρά και οι υποστηρικτές της επιμένουν στο αφήγημα ότι μια πιθανή επιστροφή του Τσίπρα θα οδηγήσει τη χώρα ξανά σε περιπέτειες, αστάθεια και χάος. Ωστόσο, αυτό το επιχείρημα μοιάζει να εξοργίζει ακόμη περισσότερο μια μερίδα πολιτών, οι οποίοι θεωρούν πως καλούνται ουσιαστικά να αποδεχθούν ή να αγνοήσουν σοβαρές κυβερνητικές ευθύνες υπό τον φόβο μιας εναλλακτικής που παρουσιάζεται ως καταστροφική. Κι αντανακλαστικά σχεδόν, στρέφονται προς την κατεύθυνση Τσίπρα, ο οποίος στην αντίληψη μεγάλης μερίδας του κόσμου, είναι ο μόνος που μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη.

Και κάπου εκεί βρίσκεται ίσως ο πυρήνας του σημερινού αδιεξόδου. Ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας δεν αισθάνεται ότι έχει πραγματικές επιλογές. Από τη μία, υπάρχει η κόπωση και η δυσπιστία απέναντι στην κυβέρνηση. Από την άλλη, υπάρχει ο φόβος επανάληψης λαθών του παρελθόντος. Το αποτέλεσμα είναι ένας νέος κύκλος οξύτατου διχασμού, με τους πολίτες να τοποθετούνται ξανά σε στρατόπεδα περισσότερο με όρους συναισθήματος παρά πολιτικής ουσίας.

Και όμως, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η σημερινή κυβέρνηση έχει προχωρήσει και σε μεταρρυθμίσεις που αρκετοί αναγνωρίζουν ως ουσιαστικές: ψηφιοποίηση υπηρεσιών, ταχύτερες διοικητικές διαδικασίες, βελτίωση ορισμένων οικονομικών δεικτών, επενδυτική κινητικότητα. Παρ’ όλα αυτά, για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, όλα αυτά περνούν πλέον σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην αίσθηση αδικίας και ηθικής φθοράς που έχει παγιωθεί. Και τίθεται αναπόφευκτα το ερώτημα: 

"Πρέπει να ανεχθούμε ως λαός την ανομία, στο όνομα μιας σταθερότητας που εν τέλει δεν φτάνει στην καθημερινότητα του πολίτη αλλά αποτυπώνεται μόνο σε στατιστικές της ΕΛΣΤΑΤ?”

Η πολιτική συζήτηση έτσι μετατρέπεται ξανά σε μια μάχη φόβου, οργής και αντιπαλότητας. Και όταν μια κοινωνία ψηφίζει κυρίως με θυμό, σπάνια προκύπτουν σταθερές λύσεις. Το πρόβλημα είναι ότι οι τιμωρητικές ψήφοι συχνά δεν τιμωρούν μόνο το πολιτικό σύστημα. Μακροπρόθεσμα, τιμωρούν και την ίδια τη χώρα, η οποία εξακολουθεί να προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της μετά από μια δεκαπενταετία κρίσεων, μνημονίων, πανδημίας και διεθνούς αβεβαιότητας.

Οι επόμενες εκλογές δεν θα είναι απλώς μια ακόμη εκλογική αναμέτρηση. Θα είναι μια βαθιά κοινωνική σύγκρουση για το πώς αντιλαμβάνεται η ελληνική κοινωνία το παρελθόν της, το παρόν της και κυρίως το μέλλον της. 

Και το πιο ανησυχητικό στοιχείο ίσως να μην είναι ποιος θα κερδίσει, ούτε η (πολύ πιθανή) ακυβερνησία, ελείψει αυτοδυναμίας αλλά και διάθεσης σύγκλισης μεταξύ των κομμάτων.

Ίσως το πιο ανησυχητικό, είναι το πόσο βαθιά διαιρεμένη θα ξυπνήσει η χώρα την επομένη των εκλογών.