Ο μύθος του «δεν έχω μουσικό αυτί»
Ως δασκάλα μουσικής, υπάρχει μια φράση που ακούω ξανά και ξανά. Από παιδιά, από εφήβους, ακόμα και από ενήλικες.
«Κυρία, εγώ δεν έχω μουσικό αυτί».
Το λένε με σιγουριά. Όχι επειδή το έχουν αποδείξει, αλλά επειδή το έχουν πιστέψει. Συνήθως κάποιος τούς το είπε κάποτε — ένας δάσκαλος, ένας γονιός, ένα σχόλιο στην τάξη. Και αυτή η φράση ρίζωσε.
Η σύγχρονη μουσική παιδαγωγική, αλλά και η νευροεπιστήμη, είναι ξεκάθαρες:
το “μουσικό αυτί” δεν είναι έμφυτο χάρισμα για λίγους. Είναι δεξιότητα. Και όπως κάθε δεξιότητα, αναπτύσσεται με εξάσκηση, σωστή καθοδήγηση και χρόνο.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι φτιαγμένος για τον ήχο. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε, αναγνωρίζουμε ρυθμούς, ύψη, εντάσεις. Οι έρευνες δείχνουν ότι ακόμα και βρέφη λίγων μηνών μπορούν να διακρίνουν διαφορές στο ύψος ενός ήχου και να αντιδράσουν σε ρυθμικά μοτίβα. Με απλά λόγια: όλοι ξεκινάμε με τις ίδιες βάσεις.
Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει κάποιους να πιστεύουν ότι «δεν έχουν αυτί»;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν πρόκειται για έλλειψη ικανότητας αλλά για έλλειψη εξάσκησης και —κυρίως— για φόβο. Φόβο του λάθους. Φόβο της έκθεσης. Φόβο να ακουστεί η φωνή τους.
Η μουσική μάθηση ενεργοποιεί πολλές περιοχές του εγκεφάλου ταυτόχρονα: ακουστική επεξεργασία, μνήμη, κίνηση, συναίσθημα. Όταν ο μαθητής νιώθει πίεση ή άγχος, αυτές οι περιοχές δεν συνεργάζονται αρμονικά. Ο εγκέφαλος μπαίνει σε κατάσταση άμυνας, όχι μάθησης.
Γι’ αυτό και βλέπουμε συχνά παιδιά που «δεν τραγουδούν σωστά» στην αρχή, αλλά βελτιώνονται θεαματικά όταν νιώσουν ασφάλεια. Όταν καταλάβουν ότι το λάθος δεν τιμωρείται, αλλά αξιοποιείται.
Στη μουσική εκπαίδευση, το λάθος δεν είναι αποτυχία. Είναι πληροφορία. Μας δείχνει πού βρισκόμαστε και πού μπορούμε να πάμε. Όμως, αν ο μαθητής μάθει από νωρίς ότι το λάθος σημαίνει ντροπή, τότε σταματά να ακούει. Όχι μόνο τη μουσική, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.
Ένα ακόμα στοιχείο που συχνά αγνοούμε είναι ο ρόλος της μνήμης. Πολλοί μαθητές μπορούν να τραγουδήσουν με ακρίβεια ένα τραγούδι που αγαπούν, αλλά δυσκολεύονται σε μια απλή κλίμακα. Αυτό δεν σημαίνει ότι «δεν έχουν αυτί». Σημαίνει ότι ο εγκέφαλος μαθαίνει πιο αποτελεσματικά μέσα από νόημα και συναίσθημα, όχι αποσπασματικά.
Η επιστήμη το επιβεβαιώνει: η μουσική που συνδέεται με συναίσθημα αποθηκεύεται πιο εύκολα και ανακαλείται με μεγαλύτερη ακρίβεια. Γι’ αυτό και η στείρα επανάληψη χωρίς πλαίσιο συχνά αποτυγχάνει, ενώ το τραγούδι, το παιχνίδι και ο αυτοσχεδιασμός ανοίγουν δρόμους μάθησης.
Πολλοί από τους μαθητές μου που στην αρχή δήλωναν «μουσικά αδύναμοι», είναι σήμερα οι πιο προσεκτικοί ακροατές. Όχι επειδή απέκτησαν ξαφνικά αυτί, αλλά επειδή έμαθαν να εμπιστεύονται την ακοή τους.
Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι ποιος έχει μουσικό αυτί.
Αλλά ποιος μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που του επέτρεψε να το καλλιεργήσει.
Η μουσική δεν είναι προνόμιο. Είναι ανθρώπινη ικανότητα. Και όταν την προσεγγίζουμε με γνώση, ενσυναίσθηση και επιστημονική κατανόηση, τότε παύει να είναι φόβος και γίνεται εργαλείο έκφρασης.
Ευθυμία Κάρμη