Η Ελλάδα του 2026 ενώπιον του «Ιταλικού Σεναρίου» – Ανασύνθεση ή Κατάρρευση;
Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα θυμίζει ένα εκκρεμές που έχει παγώσει στην πιο οριακή και επικίνδυνη θέση του. Μετά από μια μακρά περίοδο διακυβέρνησης που υποσχέθηκε τη φυγή προς τα εμπρός, η χώρα δείχνει να έχει εγκλωβιστεί σε μια παράδοξη στασιμότητα. Η κυβέρνηση φαίνεται να έχει απωλέσει τη «μεταρρυθμιστική» της πνοή, αναλωμένη σε μια διαχειριστική κόπωση, ενώ η «αστική» αντιπολίτευση μοιάζει να έχει «χάσει τα αυγά και τα πασχάλια», αδυνατώντας να αρθρώσει έναν συνεκτικό λόγο που να συγκινήσει το εκλογικό σώμα. Το αποτέλεσμα είναι μια κρίση εμπιστοσύνης που δεν πλήττει απλώς πρόσωπα, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας και των θεσμών, με τα υφιστάμενα και υπό διαμόρφωση αντισυστημικά κόμματα να κάνουν εμφανή την (δημοσκοπική) παρουσία τους.
Ο συνειρμός με την Ιταλία του 1992 είναι πλέον κάτι παραπάνω από ένας ιστορικός παραλληλισμός. Αποτελεί μια προειδοποίηση. Στην Ιταλία, η επιχείρηση «Mani Pulite» (Καθαρά Χέρια) δεν οδήγησε απλώς σε δικαστικές διώξεις πολιτικών και επιχειρηματιών, αλλά στην ολοκληρωτική κατάρρευση του pentapartito, του κομματικού συστήματος που κυριάρχησε για χρόνια στην χώρα. Η πτώση των Κράξι και Αντρεότι, δίκτυα διαφθοράς και χρηματισμών, και η διάλυση των παραδοσιακών κομμάτων υπό το βάρος των σκανδάλων και των δολοφονιών Φαλκόνε και Μπορσελίνο, γέννησαν κάτι εντελώς νέο: την ηγεμονία του σωτήρα Μπερλουσκόνι και μια μακρά περίοδο λαϊκιστικών πειραματισμών (Κίνημα 5 Αστέρων, Αδέλφια της Ιταλίας, κ.α.).
Σήμερα, το ελληνικό πολιτικό σύστημα μπορεί να μην απειλείται από έναν (ακόμα) «ξαφνικό θάνατο», αλλά βιώνει μια χρόνια, διαβρωτική κόπωση. Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς καταγράφει ιστορικά χαμηλά. Όταν ο Στρατός συγκεντρώνει το 64% της εμπιστοσύνης (καταφύγιο σταθερότητας και εμπιστοσύνης σε έναν ασταθή κόσμο; ), η Δικαιοσύνη περιορίζεται στο 28%, οι Ανεξάρτητες Αρχές στο 29% και τα πολιτικά κόμματα στο ισχνό 12%, τότε η κοινωνική συνοχή βρίσκεται σε οριακό σημείο και οι φιλελεύθεροι θεσμοί διακυβεύονται. Το κοινοβούλιο, με μόλις 21%, δείχνει ότι οι πολίτες αισθάνονται πλέον ότι η φωνή τους δεν μεταφέρεται, δεν εκφράζεται στο κοινοβούλιο.
Μέσα σε αυτό το κενό, νέα πολιτικά μορφώματα κυοφορούνται. Από τη μία πλευρά, βλέπουμε την ανακύκλωση «παλιών υλικών» από προσωπικότητες όπως ο Αντώνης Σαμαράς ή ο Αλέξης Τσίπρας, που επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν το κενό ηγεσίας. Από την άλλη, αναδύονται «νέα» κινήματα με έντονο συγκινησιακό και λαϊκίστικο πρόσημο, με την περίπτωση της Καρυστιανού να συμβολίζει μια οργή που αναζητά (οριζόντια στον άξονα δεξιάς- αριστεράς) δικαίωση πέρα από τις κομματικές γραμμές. Η τραγωδία των Τεμπών, τα σκάνδαλα στον ΟΠΕΚΕΠΕ και η διαρκής ακρίβεια δεν είναι πλέον απλά πολιτικά ζητήματα. Αποτελούν τις πρώτες ρωγμές στον ορθολογισμό και τη δημοκρατία. Τις ρωγμές αυτές ακολουθεί ο αντισυστημισμός.
Η διαφορά της Ελλάδας με την Ιταλία του '90 είναι ότι η γειτονική χώρα αντιμετώπισε μια συστημική διαφθορά που οδήγησε σε κατάρρευση, ενώ εμείς αντιμετωπίζουμε μια δομική θεσμική κρίση που απαιτεί «ολική επαναφορά». Το πολιτικό μας σύστημα αντιμετωπίζει θεσμικές πιέσεις, της Ιταλίας αντιμετώπιζε συστημική διαφθορά. Το κομματικό μας σύστημα χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό της αντιπολίτευσης και ανάγκη για ανασύνθεση, της Ιταλίας από ολική κατάρρευση.
Κινδυνεύουμε, αν το πολιτικό μας κομματικό σύστημα δεν προχωρήσει άμεσα σε προγραμματική και λειτουργική ανασύνθεση, πριν φτάσει στο σημείο της διάλυσης, να γίνουμε Ιταλία. Η διογκούμενη αποχή και η αποξένωση του κόσμου από την πολιτική δεν είναι παθητική στάση. Είναι μια ενεργή απόρριψη που, αν δεν διοχετευτεί σε ένα σοβαρό προγραμματικό πλαίσιο, θα εκτονωθεί στον αντισυστημισμό- και τότε δεν θα μπορούμε να χειριστούμε την κρίση. Αυτό δεν θα γίνει με επικοινωνιακά τεχνάσματα ή «νέες» βιτρίνες παλαιών συμφερόντων. Χρειάζονται βαθιές θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα αποκαταστήσουν το αίσθημα δικαίου και θα πείσουν τον πολίτη ότι η ψήφος του έχει αξία. Η οργή πρέπει να γίνει πρόταση και η δυσαρέσκεια να γίνει συμμετοχή. Διαφορετικά, το «ιταλικό μοντέλο» της κατάρρευσης και της κυριαρχίας των «μεσσιών» θα είναι η μόνη, νομοτελειακή εξέλιξη.
Όθων Καίσαρης, Πολιτικός Επιστήμονας, Διεθνολόγος
CITY Status