Το δίλημμα Καρυστιανού
Η ανακοίνωση της καθόδου της Μαρίας Καρυστιανού στην πολιτική, με τη δημιουργία νέου κόμματος, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, σχόλια και –σε αρκετές περιπτώσεις– απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Άλλοι μίλησαν για «μονοθεματική πολιτική», άλλοι για «εργαλειοποίηση της τραγωδίας», ενώ δεν έλειψαν και εκείνοι που έσπευσαν να την αποκλείσουν συλλήβδην από τη δημόσια σφαίρα. Η συζήτηση όμως αξίζει να γίνει ψύχραιμα και κυρίως με συνέπεια.
Προσωπικά θεωρώ ότι η πολιτική δεν μπορεί –και δεν πρέπει– να στηρίζεται σε ένα μονοδιάστατο αφήγημα. Η δικαιοσύνη, όσο κομβική και αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να συγκροτήσει ένα πλήρες πολιτικό πρόγραμμα. Η πολιτική οφείλει να απαντά συνολικά: στην οικονομία, στην υγεία, στην παιδεία, στην εξωτερική πολιτική, στη δημόσια διοίκηση, στις ανισότητες. Οφείλει επίσης να φέρει ένα αξιακό πλαίσιο και όχι μόνο μια κραυγή αγανάκτησης, όσο δικαιολογημένη κι αν είναι.
Αυτό όμως είναι πεδίο για πολιτική κριτική και για αξιολόγηση, όχι λόγος αποκλεισμού. Και εδώ είναι που χάνεται συχνά το μέτρο.
Γιατί στην Ελλάδα –τη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία– το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι είναι αδιαπραγμάτευτο. Δεν περνά από φίλτρα «καταλληλότητας», δεν απαιτεί πιστοποιητικά ιδεολογικής επάρκειας και δεν απονέμεται κατά το δοκούν από πολιτικούς ή σχολιαστές. Όποιος πολίτης επιθυμεί να πολιτευτεί, έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει και να κριθεί αποκλειστικά από τους υπόλοιπους πολίτες.
Και εδώ αναδεικνύεται μια έντονη υποκρισία. Την ώρα που αμφισβητείται η πολιτική παρουσία ενός προσώπου λόγω της έλλειψης προϋπηρεσίας στην πολιτική, το ίδιο το πολιτικό σύστημα –διαχρονικά– έχει ανοίξει διάπλατα τις πόρτες του σε τηλεπερσόνες, τραγουδιστές, πρώην ποδοσφαιριστές και μπασκετμπολίστες και γενικότερα σε πρόσωπα χωρίς καμία απολύτως πολιτική ή επιστημονική συνάφεια.
Η ελληνική Βουλή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν φιλοξενήσει παρουσιαστές πρωινών εκπομπών, μοντέλα, reality stars, αθλητές που δεν έκρυψαν ποτέ ότι μπήκαν στην πολιτική χωρίς πρόγραμμα αλλά με αναγνωρισιμότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και πρόσωπα που δημόσια προωθούσαν μεταφυσικές ή αστρολογικές θεωρίες απέκτησαν θεσμικό ρόλο. Εκεί, οι ίδιες φωνές σπανίως αντέδρασαν με την ίδια ένταση.
Αν λοιπόν το κριτήριο είναι η σοβαρότητα, τότε ας εφαρμοστεί οριζόντια. Αν όχι, τότε ας παραδεχτούμε ότι το πρόβλημα δεν είναι ποιος κατεβαίνει στην πολιτική, αλλά ποιος ενοχλεί το υφιστάμενο αφήγημα…
Το φαινόμενο, ωστόσο, δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Η κοινωνία τα τελευταία χρόνια στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε αντισυστημικές λύσεις. Όχι από ιδεολογική μόδα, αλλά επειδή έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στο πολιτικό σύστημα και στους ανθρώπους που το απαρτίζουν. Υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, σκάνδαλα χωρίς συνέπειες, τραγωδίες χωρίς λογοδοσία, θεσμοί που μοιάζουν ανίσχυροι ή απρόθυμοι να αποδώσουν δικαιοσύνη.
Αυτή η στροφή όμως κρύβει κινδύνους.
Πρώτον, την ανάδειξη πολιτικών σχημάτων χωρίς πρόγραμμα και χωρίς διοικητική επάρκεια.
Δεύτερον, την προσωπολατρία και τη συναισθηματική ψήφο αντί της ορθολογικής κρίσης.
Τρίτον, τον κατακερματισμό του πολιτικού σκηνικού, που δυσκολεύει τη σταθερότητα και τη διακυβέρνηση.
Και τέλος, τον κίνδυνο να αντικατασταθεί η πολιτική με την αγανάκτηση, χωρίς σχέδιο για την επόμενη μέρα.
Η πολιτική χρειάζεται βάθος, προτάσεις και συνέπεια. Χρειάζεται όμως και δημοκρατική ωριμότητα. Να κρίνουμε, όχι να αποκλείουμε. Να διαφωνούμε, όχι να φιμώνουμε.
Και κυρίως, να θυμόμαστε ότι το πρόβλημα δεν είναι ποιος ζητά να μπει στην πολιτική, αλλά γιατί τόσοι πολλοί πολίτες δεν εμπιστεύονται πλέον εκείνους που είναι ήδη μέσα…
Κωνσταντίνος Μπιθυμήτρης