Η διαφθορά απλά μετακόμισε.
Κάθε φορά που ένα νέο σκάνδαλο έρχεται στο φως της δημοσιότητας, η συζήτηση επιστρέφει στα ίδια ερωτήματα. Υπάρχει τελικά διαφθορά στη δημόσια διοίκηση; Λειτουργούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί; Και κυρίως, έχει γίνει κάτι ουσιαστικό τα τελευταία χρόνια για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα;
Για δεκαετίες, η κυρίαρχη αντίληψη στην Ελλάδα ήταν ότι η διαφθορά κατοικούσε κυρίως στην τοπική αυτοδιοίκηση. Δήμοι, πολεοδομίες, δημοτικές επιχειρήσεις, τεχνικές υπηρεσίες και τοπικά δίκτυα εξουσίας βρέθηκαν πολλές φορές στο επίκεντρο αποκαλύψεων που τραυμάτισαν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.
Η απάντηση του κράτους υπήρξε η δημιουργία ενός ολοένα και πιο σύνθετου πλέγματος ελέγχων. Ελεγκτικό Συνέδριο, Ανεξάρτητες Αρχές, ηλεκτρονικοί διαγωνισμοί, υποχρεωτικές εγκρίσεις, πολλαπλά στάδια ελέγχου, διαδοχικές γνωμοδοτήσεις και μια γενικευμένη κουλτούρα διοικητικής καχυποψίας.
Η λογική ήταν απλή: όσο περισσότερο ελέγχεται μια διαδικασία, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παραβιαστεί.
Στην πράξη όμως, η ελληνική πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο περίπλοκη.
Οι έλεγχοι πράγματι περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα ενός δημάρχου, ενός αντιδημάρχου ή ενός υπηρεσιακού παράγοντα να κινείται ανεξέλεγκτα όπως ίσως συνέβαινε σε παλαιότερες εποχές. Ταυτόχρονα όμως δημιούργησαν ένα τεράστιο διοικητικό οικοδόμημα, μέσα στο οποίο ακόμη και η πιο απλή δημόσια προμήθεια μπορεί να απαιτεί μήνες ή και χρόνια για να ολοκληρωθεί.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου έργα, προμήθειες εξοπλισμού ή παρεμβάσεις καθημερινότητας καθυστερούν περισσότερο από όσο διαρκεί η πραγματική υλοποίησή τους. Ο φόβος της υπογραφής έχει γίνει πολλές φορές ισχυρότερος από την ανάγκη λήψης αποφάσεων.
Και εδώ προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα:
Αν η διαφθορά δεν εξαφανίστηκε, αλλά οι μηχανισμοί ελέγχου πολλαπλασιάστηκαν, τι ακριβώς συνέβη;
Η απάντηση που δίνουν πολλοί πολίτες είναι απλή, ίσως υπερβολικά απλή, αλλά δεν παύει να εκφράζει ένα υπαρκτό κοινωνικό αίσθημα: η διαφθορά δεν καταργήθηκε· μετακινήθηκε.
Εκεί όπου κάποτε οι δυνατότητες παρέμβασης βρίσκονταν κυρίως στο πρώτο επίπεδο διοίκησης, σήμερα μεγάλο μέρος της ισχύος έχει συγκεντρωθεί σε πιο κεντρικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων. Οι αρμοδιότητες, οι εγκρίσεις και οι πόροι περνούν ολοένα και περισσότερο από λιγότερα κέντρα εξουσίας.
Με απλά λόγια, άλλαξαν τα σημεία ελέγχου του συστήματος.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάθε κεντρικός μηχανισμός είναι διεφθαρμένος, ούτε ότι η τοπική αυτοδιοίκηση έχει απαλλαγεί πλήρως από τις παθογένειες του παρελθόντος. Θα ήταν άδικο και ανακριβές να ισχυριστεί κανείς κάτι τέτοιο.
Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε αν η χώρα έχει εγκλωβιστεί σε μια λανθασμένη αντίληψη αντιμετώπισης του προβλήματος. Γιατί η υπερβολική γραφειοκρατία δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση διαφάνειας. Συχνά παράγει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: περισσότερα στάδια, περισσότερες εξαρτήσεις, περισσότερα σημεία όπου μπορεί να ασκηθεί επιρροή.
Η πραγματική διαφάνεια δεν προκύπτει από τη συσσώρευση σφραγίδων και υπογραφών. Προκύπτει από την πλήρη δημοσιότητα των αποφάσεων, την ψηφιακή ιχνηλασιμότητα των διαδικασιών, την ταχεία απονομή δικαιοσύνης και την προσωπική λογοδοσία όσων διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα.
Διαφορετικά, το μόνο που επιτυγχάνουμε είναι να μετακινούμε το πρόβλημα από γραφείο σε γραφείο και από επίπεδο σε επίπεδο.
Και τότε η κοινωνία καταλήγει στο πιο επικίνδυνο συμπέρασμα: ότι δεν άλλαξε το σύστημα. Απλώς άλλαξαν τα στόματα που τρώνε.
Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι να αποφασίσουμε αν η διαφθορά βρίσκεται στους δήμους ή στο κεντρικό κράτος.
Το ζητούμενο είναι να οικοδομήσουμε θεσμούς που δεν θα της επιτρέπουν να βρίσκει καταφύγιο πουθενά.
Κωνσταντίνος Μπιθυμήτρης